Η ηλικία που πρέπει να σταματήσουμε να πίνουμε αλκοόλ

Για δεκαετίες – αν όχι για περισσότερο – κυριαρχούσε η άποψη ότι το αλκοόλ, και ειδικά το κόκκινο κρασί, μπορούσε υπό προϋποθέσεις να λειτουργήσει ως «σύμμαχος» της μακροζωίας. Η σύγχρονη νευρολογία, όμως, έρχεται να ανατρέψει αυτή την εικόνα, αποκαλύπτοντας μια λιγότερο ευχάριστη αλήθεια: υπάρχει μια συγκεκριμένη ηλικία κατά την οποία το ανθρώπινο σώμα – και κυρίως ο εγκέφαλος – παύει να διαχειρίζεται αποτελεσματικά την τοξικότητα του αλκοόλ. Και αυτή η ηλικία δεν είναι τόσο μακρινή όσο θα περίμενε κανείς.

Σύμφωνα με τον διακεκριμένο νευρολόγο και συγγραφέα Dr. Richard Restak, πρώην πρόεδρο της Αμερικανικής Νευροψυχιατρικής Εταιρείας, το κομβικό όριο είναι τα 65 έτη. Η σύστασή του είναι ξεκάθαρη: εάν θέλουμε να προστατεύσουμε τη μνήμη και τις ανώτερες νοητικές λειτουργίες, η πλήρης αποχή από το αλκοόλ μετά από αυτή την ηλικία είναι η ασφαλέστερη επιλογή.

Το κρίσιμο ορόσημο των 65 ετών

Γιατί όμως οι ειδικοί εστιάζουν σε αυτή την ηλικία; Η απάντηση βρίσκεται στη φυσική διαδικασία της γήρανσης. Στο βιβλίο του The Complete Guide to Memory, ο Dr. Restak περιγράφει το αλκοόλ ως μια «ήπια νευροτοξίνη». Σε νεαρότερες ηλικίες, ο εγκέφαλος διαθέτει μηχανισμούς που του επιτρέπουν να αντισταθμίζει ή να αντέχει τη βλάβη. Μετά τα 65, όμως, οι ισορροπίες αλλάζουν.

Σε αυτό το στάδιο της ζωής, ο αριθμός των νευρώνων μειώνεται φυσιολογικά και ο εγκέφαλος αρχίζει να συρρικνώνεται με αργούς αλλά σταθερούς ρυθμούς. Η κατανάλωση αλκοόλ λειτουργεί επιβαρυντικά, επιταχύνοντας αυτή τη φθορά. Όπως τονίζει ο Restak, «όταν η διατήρηση των νευρώνων γίνεται κρίσιμη, δεν υπάρχει περιθώριο για επιπλέον απώλειες». Με απλά λόγια, μετά τα 65, κάθε ποτό κοστίζει ακριβότερα στον εγκέφαλο.

Η «νευρωνική εφεδρεία» και τα δεδομένα της Whitehall II

Ο όρος «νευρωνική εφεδρεία» περιγράφει την ικανότητα του εγκεφάλου να αντέχει βλάβες χωρίς να εμφανίζει άμεσα συμπτώματα. Με την πάροδο των χρόνων, αυτή η εφεδρεία μειώνεται – και το αλκοόλ συμβάλλει στη γρηγορότερη εξάντλησή της.

Χαρακτηριστική είναι η μακροχρόνια μελέτη Whitehall II, η οποία παρακολούθησε χιλιάδες άτομα επί σχεδόν 23 χρόνια. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι ακόμη και η μέτρια κατανάλωση αλκοόλ (14 έως 21 μονάδες την εβδομάδα) συνδέεται με τριπλάσιο κίνδυνο ατροφίας του ιππόκαμπου, της περιοχής του εγκεφάλου που σχετίζεται άμεσα με τη μνήμη και τον προσανατολισμό.

Τα ευρήματα αυτά καταρρίπτουν τον μύθο ότι μόνο η υπερβολική κατανάλωση είναι επικίνδυνη. Ακόμη και το «ένα ποτηράκι» φαίνεται να έχει σωρευτικό αρνητικό αντίκτυπο σε έναν εγκέφαλο που γερνά.

Πέρα από τη μνήμη: πτώσεις και έλλειψη βιταμίνης Β1

Οι λόγοι αποχής από το αλκοόλ μετά τα 65 δεν περιορίζονται μόνο στις γνωστικές λειτουργίες.

Ο κίνδυνος των πτώσεων: Με την ηλικία, η ισορροπία και τα αντανακλαστικά εξασθενούν. Το αλκοόλ, ακόμη και σε μικρές ποσότητες, επηρεάζει τον συντονισμό, αυξάνοντας σημαντικά τον κίνδυνο πτώσεων. Σε αυτές τις ηλικίες, μια πτώση μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική, οδηγώντας σε κατάγματα – ιδιαίτερα του ισχίου – και σε απότομη επιδείνωση της ποιότητας ζωής.

Η θειαμίνη (βιταμίνη Β1): Το αλκοόλ παρεμποδίζει την απορρόφηση της βιταμίνης Β1, η οποία είναι απαραίτητη για τη σωστή λειτουργία του εγκεφάλου. Η χρόνια έλλειψή της μπορεί να προκαλέσει το σύνδρομο Wernicke-Korsakoff, μια σοβαρή μορφή άνοιας που συνοδεύεται από απώλεια μνήμης και σύγχυση.

Μια νέα προσέγγιση στην ευζωία

Η αποχή από το αλκοόλ μετά τα 65 δεν χρειάζεται να εκλαμβάνεται ως στέρηση, αλλά ως μια συνειδητή επένδυση στην υγεία. Σήμερα υπάρχουν πολλές εναλλακτικές – από mocktails μέχρι μπύρες χωρίς αλκοόλ – που επιτρέπουν την κοινωνική ζωή χωρίς το νευρολογικό κόστος.

Το μήνυμα της νευρολογίας είναι σαφές: αν θέλουμε να διατηρήσουμε πνευματική διαύγεια, αυτονομία και ποιότητα ζωής στα «χρυσά» μας χρόνια, το αλκοόλ καλό είναι να μείνει στο παρελθόν. Η προστασία του εγκεφάλου μας αξίζει περισσότερο από την πρόσκαιρη απόλαυση ενός ποτού.

Κοινοποίηση